Το ΧΡΕΟΣ…

Καμιά φορά λέω να μη γράψω ξανά. Ποιος ο λόγος; Τζάμπα γίνομαι κακός κι αντιπαθητικός Απογοητεύομαι για μια στιγμή, αλλά μετά λέω όχι. Αυτό ξεπερνά και τον εγωισμό μου και τη δημόσια εικόνα μου. Έχω χρέος στο γένος, στη γενιά μου. Κι αν οι τωρινοί δεν θέλουν να ακούσουν, εγώ έχω χρέος στους προγόνους. Σ’ εκείνους απολογούμαι, μόνο σ’ εκείνους.

Θα λέω πάντα την αλήθεια μου κι ας έχει κόστος

Σήμερα πήγα στο Κολχικό, σην Παλάφσαν. Έξι χρόνια χωρίς το Γιώτη το Γαβριηλίδη. Ένα τρισάγιο κι ένα τραπέζι φίλων, μνημόσυνο στο μέγιστο καλλιτέχνη.

Τα παιδιά του, η Αλεξάνδρα και η Χρύσα, το εγγονάκι του , η Ουρανία, η Αθηνά , ο Βασίλης κι ο Μπάμπης Καφανταρίδης, ο Πέρσος, ο Θόδωρος ο Ευσταθιάδης, ο Καπαρτίγκαλης κι άλλοι φίλοι καρδιακοί. Πριν έρθουν οι άλλοι, έκανα μια μικρή βόλτα στο νεκροταφείο του Κολχικού. Εκεί ο Γιώτης με τους γονείς του, εκεί ο Αϊβάης, δίπλα ο μπάρμπα Ανέστης. Νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες και παλικάρια. Τάφοι με επιγραφές “γεννηθείς εν Τραπεζούντι”, “γεννημένος στον Πόντο”. Ρίγος και συγκίνηση

Αυτό δεν ήταν νεκροταφείο ήταν προσκύνημα στην πατρίδα. Το νεκροταφείο του Κολχικού για μας τους Ποντίους είναι κάτι σαν το Α’ νεκροταφείο Αθηνών.

Ακολούθησε το τρισάγιο κι ένα τραγούδι στο μνήμα του Γιώτη. Στη σιγαλιά του νεκροταφείου ακούστηκε η λύρα και θαρρείς οι τάφοι σειστήκανε, τα χώματα “ελατάρτσανε” κι ένα λαφρύ αεράκι μας χάιδεψε το πρόσωπο.

Ύστερα στο τραπέζι, καφές σκέτος , κοκκία, ωτία, λίγο ρακί …..Η ατμόσφαιρα βαρειά , αλλά παραδόξως μου ζέστανε την καρδιά. Αισθάνθηκα, ένα με τους φίλους μου. Νιώσαμε μέρος κάτι πολύ μεγαλύτερου, μυστηριακού, ιερού. Αναβαπτίσθηκα βουτώντας στη ΜΝΗΜΗ.

Και για μια ακόμη φορά εκεί ένιωσα τι θα πει και τι δεν θα πει Παράδοση.

Παράδοση δεν είναι τα κόλπα, τα κλαδιά στη λύρα, η απομίμηση και η στείρα απομνημόνευση διστίχων. Δεν είναι οι μηχανικοί κι άνευροι, ξέφρενοι χοροί. Παράδοση δεν είναι τα πατάρια, τα φώτα κι οι καπνοί. Δεν είναι αυτή η δηθενιά που μας έπνιξε. Η προσποίηση και η τάχαμου βαθεία γνώση.

Παράδοση είναι οι αξίες, το σφίξιμο του χεριού, η αδελφική αγκαλιά, το φιλί και το άδολο βλέμμα. Η αλληλεγγύη και η φιλοξενία. Η ειλικρίνεια και η ντομπροσύνη. Η αίσθηση ότι είμαστε συγγενείς και μέρος κάτι πολύ ευρύτερου.

Έβλεπα το εγγονάκι του Γιώτη και το ένιωθα δικό μου. Σκέφτηκα ” αυτοί είμαστε οι Πόντιοι, αυτοί ήμασταν, έτσι θέλω να ήμαστε”.

Σεμνοί ιεροφάντες ενός αρχέγονου, μυστηριακού, αισθήματος, που διατρέχει την καρδιά και το μυαλό και μας ηλεκτρίζει.

Μετά βγήκαμε φωτογραφία. Μια σκέψη πέρασε ασυναίσθητα από το μυαλό μου “πόσοι από μας θα είναι στην επόμενη φωτογραφία ;” Ένας Θεός το ξέρει. Δεν απελπίστηκα, δε μελαγχόλησα

Θα μείνει το γένος είπα. Θα μείνει η ράτσα. Το ποτάμι θα συνεχίσει να τρέχει.

Ή μήπως θα στερέψει ; Και μόνο στη σκέψη, ανατρίχιασα. Όχι

Κοίταξα τον μικρό κι έσφιγξα τη λύρα δυνατά

Θα τα λέω κι όποιος καταλάβει.

Θα τα λέω κι ας με αγνοούν.

Θα τα λέω κι ας με περιγελούν, ας με μισούν …

Το μικρό μουχαπέτ μνήμης τελείωσε με ένα “κλείσιμο” του Αϊβάζ …

– Μπράβο!!!! είπε ο μικρούλης και χτύπησε χαρούμενα τα χεράκια του.

Κοιταχτήκαμε όλοι στα μάτια. Δε μιλήσαμε, μόνο νιώσαμε

Φεύγοντας με το αυτοκίνητο έξω από το Λαγκαδά είδα κολλημένες τις κακόγουστες αφίσες με τα κουτάκια και τα δοξάρια στη σειρά

Τη δουλειά τους αυτοί. Το ΧΡΕΟΣ μας εμείς


Στυλίδης Θανάσης Avatar

Loading spinner

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*